Αυτό που τονίζει το ΙΟΒΕ είναι ότι η παραγωγικότητα της εργασίας είναι εντελώς διαφορετική έννοια από την εντατικότητα της εργασίας ενώ αναφέρει ότι η αρνητική συσχέτιση μεταξύ παραγωγικότητας και ωρών εργασίας στην Ευρώπη, καθώς και πραγματικού κ.κ. ΑΕΠ και ωρών εργασίας, ευρήματα που χαίρουν στήριξης και στη βιβλιογραφία, δημιουργεί προβληματισμούς σχετικά με την αποτελεσματική χρήση τόσο των απασχολούμενων όσο και του χρόνου εργασίας στην Ελλάδα.
Κρίνεται σκόπιμο, με βάση το ΙΟΒΕ, η οικονομική πολιτική να δώσει προτεραιότητα σε μέτρα που τονώνουν την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα κάθε μονάδας εργασίας, όπως κίνητρα για επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο, αξιοποίηση τεχνολογίας από τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, βελτίωση των διοικητικών πρακτικών και των μηχανισμών κατάρτισης του στελεχιακού δυναμικού των επιχειρήσεων και καλύτερη σύνδεση εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Ουσιαστικά παραπέμπει σε μια συνολική στρατηγική που ξεφεύγει από το δίπολο μισθοί, ώρες, παραγωγικότητα και παραπέμπει σε μια σειρά από κινήσεις, που σε αρκετές επιχειρήσεις έχουν υλοποιηθεί και οδηγούν και σε μεγαλύτερους μισθούς.
Ο ΣΕΒ
Να σημειωθεί ότι σταθερά ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος έχει θέσει το θέμα συνδέοντας παραγωγικότητα και μισθούς. Τελευταία φορά, κατά την ανοικτή εκδήλωση του Συνδέσμου στο πλαίσιο της Γ.Σ. αλλά και της παρουσίασης της έρευνας για το σφυγμό του “Επιχειρείν”.
«Δεν μπορούν να αυξηθούν οι μισθοί σε πραγματικούς όρους. Δεν θα αυξηθούν, αν δεν αυξηθεί η παραγωγικότητα. Πρέπει να επενδύσουμε, οι εργαζόμενοι πρέπει να μας δώσουν καλύτερες μορφές ευελιξίας και εμείς να τους δώσουμε καλύτερους μισθούς» τόνισε ο κ. Θεοδωρόπουλος δίνοντας το στίγμα, εστιάζοντας, παράλληλα και στα τρία βασικά ρίσκα της οικονομίας, την κλιματική κρίση, την καθυστέρηση μεταρρυθμίσεων και τη ρευστότητα στο διεθνές περιβάλλον.
Ουσιαστικά, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, θέλησε να στείλει ένα μήνυμα σ για το τι δέον γενέσθαι για να μπορέσει η οικονομία να μπει σε έναν κύκλο βιώσιμης ανάπτυξης. Κλειδί σε όλα αυτά, όπως τόνισε ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, είναι η αύξηση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων καθώς μόνο αυτή μπορεί να φέρει αύξηση των μισθών. «Οι μισθοί στην Ελλάδα είναι πραγματικά χαμηλοί, αλλά για να λέμε αλήθειες, είναι χαμηλοί γιατί έχουμε χαμηλή παραγωγικότητα», επεσήμανε χαρακτηριστικά. Ο ίδιος εξήγησε πως το βασικό πρόβλημα δεν είναι τόσο το επίπεδο των τιμών όσο η πολύ χαμηλή αγοραστική δύναμη που έχουν οι πολίτες. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ υπογράμμισε, βέβαια, ότι οι μισθοί είναι χαμηλοί, ωστόσο ξεκαθάρισε πώς «δεν μπορούν να αυξηθούν σε πραγματικούς όρους οι μισθοί, παρόλο που το αναγνωρίζουμε, παρόλο που θα προσπαθήσουμε να κάνουμε ότι είναι δυνατόν».
Τι είναι η παραγωγικότητα; Οι ορισμοί
Όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ, παραγωγικότητα της εργασίας μετρά την προστιθέμενη αξία αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται ανά εργαζόμενο ή ανά ώρα εργασίας. Μπορεί να υπολογιστεί με βάση το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) εκφρασμένο σε όρους ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης (ΙΑΔ) ή την Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ), προς τον αριθμό των απασχολούμενων ή προς τον αριθμό των ωρών εργασίας. Το ΑΕΠ ανά απασχολούμενο δίνει μια γενική και συνολική εικόνα της παραγωγικότητας μιας χώρας σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Eurostat κατασκευάζει έναν δείκτη που επιτρέπει τη σύγκριση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο. Εάν ο δείκτης μιας χώρας είναι υψηλότερος από 100, το επίπεδο του ΑΕΠ ανά απασχολούμενο της χώρας είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ και αντίστροφα. Τα στοιχεία εκφράζονται σε όρους ΙΑΔ, δηλαδή ένα κοινό υποθετικό νόμισμα που εξαλείφει τις διαφορές στα επίπεδα τιμών μεταξύ των χωρών, επιτρέποντας συγκρίσεις του ΑΕΠ μεταξύ χωρών. Στους απασχολούμενους συμπεριλαμβάνονται οι εργαζόμενοι τόσο πλήρους όσο και μερικής απασχόλησης.
Η παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα εργασίας υπολογίζεται ως το πραγματικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας (μετρούμενη με τον συνολικό αριθμό ωρών εργασίας). Η μέτρηση της παραγωγικότητας της εργασίας ανά ώρα εργασίας παρέχει πιο πλήρη εικόνα των εξελίξεων της παραγωγικότητας στην οικονομία, καθώς εξαλείφει τις διαφορές στη σύνθεση πλήρους/μερικής απασχόλησης του εργατικού δυναμικού μεταξύ χωρών και ετών.
Η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο
Όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ, βάσει του πρώτου ορισμού (παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο), η Ελλάδα υπολείπεται του Ευρωπαϊκού μέσου όρου σε όρους παραγωγικότητας σε όλη τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, με εξαίρεση το 2006. Από το 2005 έως το 2010, βρισκόταν κοντά στον Ευρωπαϊκό μέσο όρο ενώ από το 2010 και έπειτα παρατηρείται σημαντική πτώση. Η πτωτική πορεία συνεχίστηκε έως το 2020.
Με βάση το ΙΟΒΕ, το 2023, βρισκόταν στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ-27. Από το 2020 και μετά, καταγράφεται ελαφρά ανοδική πορεία. Η Ισπανία, χώρα του Ευρωπαϊκού νότου όπως η Ελλάδα, βρισκόταν λίγο πάνω από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο έως το 2017. Έκτοτε έχει σημειώσει ελαφρά πτώση.
Η Πορτογαλία, επίσης χώρα του «νότου», βρισκόταν σε πιο χαμηλά επίπεδα σε σχέση με την Ελλάδα έως το 2013 αλλά έκτοτε την έχει ξεπεράσει, κυρίως λόγω της πτωτικής πορείας που ακολούθησε η Ελλάδα.
Η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας
Βάσει του δεύτερου ορισμού (παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας), η Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά του Ευρωπαϊκού μέσου όρου σε όλη τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου.
Κατ’ αναλογία με τον πρώτο ορισμό, παρατηρείται πτωτική πορεία από το 2010 και έπειτα με την πτώση να ανακόπτεται για πρώτη φορά το 2022. Η Ισπανία κινούνταν πλησίον του μέσου όρου της ΕΕ έως το 2017. Έκτοτε έχει σημειώσει μικρή πτώση.
Η Πορτογαλία έχει σχετικά σταθερή πορεία σε αυτή την περίοδο. Βρισκόταν σε επίπεδα χαμηλότερα σε σχέση με την Ελλάδα έως το 2010. Όλες οι χώρες του Ευρωπαϊκού νότου κατέγραψαν χαμηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας της εργασίας βάσει του δεύτερου ορισμού σε σχέση με τον πρώτο ορισμό, γεγονός που εγείρει ερωτήματα σχετικά με τον αριθμό των ωρών εργασίας
Ώρες εργασίας
Οι ώρες εργασίας ξεπερνούν τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο και στις τρεις χώρες που εξετάζονται. Η Ισπανία έχει ακολουθήσει καθοδική πορεία στη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου και έχει συγκλίνει με τον μέσο όρο της Ευρώπης. Η Πορτογαλία ακολουθούσε ανοδική πορεία έως το 2014. Από το 2015 και έπειτα, καταγράφει πτώση και έχει μειώσει την απόσταση της από την ΕΕ-27.
Η Ελλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ-27 σε εβδομαδιαίες ώρες εργασίας καταγράφοντας πάνω από δύο ώρες διαφορά σε σχέση με τον μέσο όρο σε όλη τη διάρκεια της περιόδου.
Η πορεία της ΕΕ
Η πορεία είναι επίσης καθοδική, ειδικά από το 2016 και έπειτα, ωστόσο δεν έχει υπάρξει σύγκλιση καθώς ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος καταγράφει πτώση με παρόμοιο ρυθμό. Η συσχέτιση μεταξύ του δείκτη παραγωγικότητας και των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας είναι αρνητική για τις χώρες της Ευρώπης το 2023 (το έτος με τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα.
Οι χώρες με την υψηλότερη παραγωγικότητα, όπως η Νορβηγία, η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο, η Δανία και η Ολλανδία μπορούν και καταγράφουν κατά μέσο όρο λιγότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας, από 30,9 στην Ολλανδία έως και 35,2 στο Λουξεμβούργο. Η Ολλανδία είναι η χώρα που καταγράφει τον χαμηλότερο αριθμό μέσων εβδομαδιαίων ωρών εργασίας το 2023, με 30,9. Ακολουθούν η Νορβηγία, με 33,2 αντίστοιχα, και η Δανία με 33,3 αντίστοιχα.
Η Ελλάδα κατέγραψε τις περισσότερες ώρες εργασίας το 2023, με 39,8. Ακολούθησαν η Ρουμανία και η Πολωνία με 39,5 και 39,3 αντίστοιχα. Η χώρα με τη χαμηλότερη παραγωγικότητα το 2023 ήταν η Ελλάδα, με δείκτη 56,2. Έπονταν η Βουλγαρία και η Λετονία με δείκτες 56,3 και 62,7 αντίστοιχα. Το 2023, τη μέγιστη παραγωγικότητα κατέγραψαν η Νορβηγία, η Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο με δείκτες 217,3, 196,8 και 1564,4 αντίστοιχα.
Ώρες εργασίας και ΑΕΠ
Με βάση το ΙΟΒΕ, παρόμοια αρνητική συσχέτιση παρατηρείται και μεταξύ των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας και του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το 2024 (το έτος με τα πλέον διαθέσιμα δεδομένα). Σε χώρες με υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, όπως το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία και η Ελβετία, το εργατικό δυναμικό απασχολείται κατά μέσο όρο λιγότερες ώρες εβδομαδιαίως.
Συμπερασματικά, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα, εντελώς διαφορετική έννοια από την εντατικότητα της εργασίας, είναι πιο χαμηλή σε σχέση με αυτή στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, χωρίς να δείχνει ουσιαστική σύγκλιση μετά την κρίση.
Το 2023, μάλιστα, ήταν στην τελευταία θέση στη σχετική κατάταξη ενώ η πορεία που ακολουθούσε έως το 2021 ήταν πτωτική. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στις πρώτες θέσεις στην κατάταξη των χωρών της ΕΕ ως προς αριθμό των μέσων εβδομαδιαίων ωρών εργασίας, ενώ το 2023 βρισκόταν στην κορυφή της σχετικής κατάταξης.
Η αρνητική συσχέτιση μεταξύ παραγωγικότητας και ωρών εργασίας στην Ευρώπη, καθώς και πραγματικού κ.κ. ΑΕΠ και ωρών εργασίας, ευρήματα που χαίρουν στήριξης και στη βιβλιογραφία, δημιουργεί προβληματισμούς σχετικά με την αποτελεσματική χρήση τόσο των απασχολούμενων όσο και του χρόνου εργασίας στην Ελλάδα.
Κρίνεται σκόπιμο η οικονομική πολιτική να δώσει προτεραιότητα σε μέτρα που τονώνουν την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα κάθε μονάδας εργασίας, όπως κίνητρα για επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο, αξιοποίηση τεχνολογίας από τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, βελτίωση των διοικητικών πρακτικών και των μηχανισμών κατάρτισης του στελεχιακού δυναμικού των επιχειρήσεων και καλύτερη σύνδεση εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας.






