Κορυφαίοι επιχειρηματίες αλλά και πολιτικοί, που τοποθετήθηκαν στη Διάσκεψη παραδέχθηκαν πως οι προτάσεις που κατέθεσε ο πρόεδρος της ΕΕΝΕ, Κρίστιαν Χατζημηνάς, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και αν μη τι άλλο αξίζει να εξεταστούν. Τόσο ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης όσο και ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος δήλωσαν πως οι προτάσεις της ΕΕΝΕ όχι απλώς δεν περνούν απαρατήρητες αλλά αξίζει να ενταχθούν στους κυβερνητικούς χειρισμούς.
Επίθεση στις προκλήσεις
Περιγράφοντας τις τρεις προκλήσεις σε Ε.Ε. και Ελλάδα, ο Πρόεδρος της Ε.ΕΝ.Ε, Κρίστιαν Χατζημήνας αναφέρθηκε στον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ, στη χαμηλή παραγωγικότητα και το μειούμενο εργατικό δυναμικό, εξηγώντας ότι συνδέονται μεταξύ τους και το ένα τροφοδοτεί το άλλο.
Την ίδια στιγμή η χαμηλή παραγωγικότητα που προκαλείται από ανεπαρκείς ψηφιακές δεξιότητες και ανεπαρκείς επενδύσεις σε υψηλή τεχνολογία, διατηρεί την αύξηση του ΑΕΠ υποτονική. Το χαμηλό ΑΕΠ ανά άτομο αλληλεπιδρά με τις δημογραφικές τάσεις - χαμηλά ποσοστά γεννήσεων και συρρικνούμενο εργατικό δυναμικό - για να αυξήσει το κόστος των συντάξεων, που με τη σειρά του ωθεί τις δημοσιονομικές δαπάνες ακόμη υψηλότερα.
Για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος η Ε.ΕΝ.Ε προτείνει επίθεση σε τρία μέτωπα. Συγκεκριμένα, για την αύξηση του ΑΕΠ ζητά μειωμένους οριακούς φόρους μόνο για τα κέρδη της εταιρίας που υπερβαίνουν τα κέρδη των προηγούμενων ετών. Για την αύξηση της παραγωγικότητας εισηγείται μηδενικό οριακό μη μισθολογικό κόστος για αυξήσεις μισθών μετά από πιστοποιημένη επανεκπαίδευση και αναβάθμιση ψηφιακών/ΑΙ δυνατοτήτων, αλλά και επιταχυνόμενες αποσβέσεις για υψηλής τεχνολογίας κεφαλαιουχικές επενδύσεις.
Όσον αφορά στην αντιμετώπιση του προβλήματος του μειούμενου εργατικού δυναμικού, προτείνει μειωμένο οριακό φόρο για τις εθελοντικές υπερωρίες και την απασχόληση των συνταξιούχων.
«Είναι απαραίτητη η χρήση ενός συνόλου οριακών φόρων που θα επιτρέψουν την αύξηση του ΑΕΠ μέσω της αποτελεσματικής φορολόγησης της ανάπτυξης, της επανεκπαίδευσης – αναβάθμισης δεξιοτήτων, των επενδύσεων σε υψηλής τεχνολογίας κεφάλαια με διαφορετικό τρόπο, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε άλλης μορφής, οριζόντια, μείωση της φορολόγησης που θα προκαλούσε περαιτέρω αύξηση του χρέους» τόνισε ο κ. Χατζημηνάς.
Αναφερόμενος στην κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα υπογράμμισε ότι το μη μισθολογικό κόστος εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά τις επιχειρήσεις, αποτελώντας αρνητικό παράδειγμα οριακού φόρου. Η Ε.ΕΝ.Ε προτείνει τη μείωση του οριακού μη μισθολογικού κόστους σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους, που επενδύουν στην απόκτηση ή την αναβάθμιση ψηφιακών και άλλων δεξιοτήτων μέσω αντίστοιχης πιστοποίησης από έγκυρους θεσμικούς φορείς και ως απόρροια αυτού οι εργοδότες θα αυξάνουν τους μισθούς τους. «Κάποιος πρέπει να κάνει την αρχή για να βγούμε από το αδιέξοδο» είπε με νόημα ο κ. Χατζημηνάς.
Οι παραπάνω θέσεις έτυχαν θερμής ανταπόκρισης με τον Κωστή Χατζηδάκη να τονίζει πως "πιστεύω ότι θα το επιτρέψουν τα περιθώρια στον προϋπολογισμό και σε αυτό το πλαίσιο θα εξετάσουμε και τις προτάσεις της Ε.ΕΝ.Ε".
Αντίστοιχα ο υπουργός ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος είπε πως θα γίνουν παρεμβάσεις για το ενεργειακό κόστος αλλά και για το ζήτημα της καινοτομίας και της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι προτάσεις της Ε.ΕΝ.Ε. «παράγουν» €1,6 δισ. ετησίως στο ΑΕΠ και 17.000 νέες θέσεις εργασίας
Πολύ σημαντικά οφέλη για το σύνολο της ελληνικής οικονομία μπορεί να αποφέρει η υλοποίηση των τεσσάρων προτάσεων της Ε.ΕΝ.Ε. σύμφωνα με έρευνα του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Συγκεκριμένα, οι προτάσεις αυτές μπορούν σωρευτικά να οδηγήσουν σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως την πρώτη δεκαετία, στη δημιουργία 17.000 ετήσιων ισοδύναμων θέσεων πλήρους απασχόλησης και στην αύξηση των φορολογικών εσόδων για το κράτος κατά 1 δισ ευρώ ετησίως την ίδια περίοδο.
Ειδικότερα, η πρόταση για μηδενικό επιπρόσθετο μη μισθολογικό κόστος που δημιουργείται από την αύξηση του μισθού του εργαζομένου λόγω της απόκτησης ψηφιακού πιστοποιητικού εκτιμάται ότι θα αυξήσει το εισόδημα των νοικοκυριών κατά περίπου 40 εκατ. ευρώ ετησίως.
Η πρόταση να φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή 10% τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα των νομικών προσώπων που υπερβαίνουν τον μέσο όρο των τριών τελευταίων επικερδών ετών, προσαυξημένα με το ποσοστό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, μπορεί να οδηγήσει επενδύσεις ύψους 2,5 δισ. ετησίως, όπως εξήγησε η κυρία Σταυράκη.
Αντίστοιχα, η πρόταση της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηματιών για τη σταδιακή κατάργηση της προκαταβολής φόρου εκτιμάται ότι θα οδηγήσει συνολικά σε σχεδόν 2,8 δισ. ευρώ στη δεκαετία. Όσον αφορά στην εφαρμογή ταχύτερων αποσβέσεων, θα αποτελέσει σημαντικό κίνητρο για νέες παραγωγικές επενδύσεις στη βιομηχανία, προσφέροντας επιπλέον ρευστότητα..



