Ανάλογη είναι και η εικόνα στην τιμή του αμερικανικού αργού WTI, η οποία έχει ξεπεράσει τα 113 δολάρια ανά βαρέλι, καταγράφοντας ημερήσια αύξηση περίπου 24%, αντίστοιχη με εκείνη του Brent.
Ουσιαστικά, οι αγορές βρίσκονται σε καθεστώς έντονης νευρικότητας εξαιτίας της συνέχισης του πολέμου στη Μέση Ανατολή και του de facto κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ.
Την ίδια ώρα, ανοδικά κινούνται και οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, ενώ τα ευρωπαϊκά αποθέματα συνεχίζουν να υποχωρούν. Παράλληλα, οι πρόσφατες απειλές του Βλαντίμιρ Πούτιν για πρόωρη διακοπή της προμήθειας φυσικού αερίου επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης.
Συγκεκριμένα, στις 6 Μαρτίου η πληρότητα στις υπόγειες αποθήκες της ΕΕ είχε υποχωρήσει στο 29,4% από 30% στις 28 Φεβρουαρίου, ενώ στα τερματικά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) διαμορφωνόταν στο 51,3% από 54,2%.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, η άφιξη νέων φορτίων LNG αύξησε σημαντικά την πληρότητα στον τερματικό σταθμό της Ρεβυθούσας στο 78,7% (280.460 κυβικά μέτρα), από 35,7% ή 127.320 κυβικά μέτρα μία εβδομάδα νωρίτερα.
Υπενθυμίζεται ότι το 2025 το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών φυσικού αερίου της Ελλάδας προερχόταν από ρωσικό αέριο αγωγού, το οποίο εισέρχεται στη χώρα από την πύλη του Σιδηροκάστρου. Οι εισαγωγές αυτές κάλυψαν το 44,6% των συνολικών προμηθειών αερίου, με δεύτερη πηγή το LNG, που αντιστοιχούσε στο 38%, σύμφωνα με στοιχεία του ΔΕΣΦΑ.
Σημειώνεται επίσης ότι η Ελλάδα δεν εισάγει LNG από τη Ρωσία, ούτε από το Κατάρ, το οποίο έχει κηρύξει force majeure και έχει διακόψει τις εξαγωγές λόγω του πολέμου.
Οι τιμές στην Ευρώπη
Σε ό,τι αφορά τις τιμές, την περασμένη Παρασκευή στο ολλανδικό χρηματιστήριο φυσικού αερίου TTF το συμβόλαιο διαμορφώθηκε στα 52,80 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επηρεασμένο και από τις δηλώσεις της ρωσικής πλευράς.
Πρόκειται για αύξηση άνω του 50% σε σχέση με τα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από την έναρξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή και για τις υψηλότερες τιμές από τις αρχές του 2023.
Την ίδια στιγμή, τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη μειώνονται και βρίσκονται πλέον στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας πενταετίας. Η παράταση του πολέμου στη Μέση Ανατολή εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να ασκεί πιέσεις στις τιμές των ενεργειακών προϊόντων, όπως άλλωστε παραδέχθηκε και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου σε χθεσινές δηλώσεις του.
Αναλυτές εκτιμούν ότι αν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά, η πληρότητα των ευρωπαϊκών αποθεμάτων μέχρι το τέλος Μαρτίου θα μπορούσε να υποχωρήσει στο 22%–27%, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας που διαμορφώνεται στο 41%.
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο κ. Παπασταύρου σημείωσε ότι δεν τίθεται ζήτημα επάρκειας φυσικού αερίου για τη χώρα ακόμη και σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα δεν αναμένεται να επηρεαστεί ως προς την ασφάλεια εφοδιασμού, ωστόσο είναι πιθανό να υπάρξουν επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας.
Η στάση της κυβέρνησης
Την ίδια ώρα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης τόνισε ότι σε μια συγκυρία διεθνούς αστάθειας η κυβέρνηση κινείται με ψυχραιμία και σοβαρότητα.
«Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με την περασμένη δεκαετία», υπογράμμισε, σημειώνοντας ότι τα σενάρια για τιμές πετρελαίου στα 100 δολάρια το βαρέλι δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα επιβεβαιωθούν.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η διεθνής συγκυρία δεν θα απομακρύνει τη χώρα από το μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα, τονίζοντας ότι η οικονομία είναι πλέον σημαντικά πιο θωρακισμένη.
Σε συνέντευξή του, χθες, επίσης, στο «Πρώτο Θέμα», ο υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης τόνισε:
«Ένα επίπεδο σημαντικά πάνω από τα 100 δολάρια για αρκετές εβδομάδες θα αποτελούσε ασφαλώς σημείο που θα απαιτούσε μεγαλύτερη προσοχή και επανεκτίμηση της κατάστασης. Ωστόσο, δεν βρισκόμαστε σήμερα εκεί. Η κρίση ξεκίνησε από σχετικά χαμηλά επίπεδα τιμών στο πετρέλαιο, γεγονός που αφήνει περιθώρια απορρόφησης των πρώτων κραδασμών», ανέφερε.
Και πρόσθεσε:
«Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι επηρεάζεται η δυναμική βασικών πυλώνων της ελληνικής οικονομίας, όπως ο τουρισμός και οι επενδύσεις. Αν η ένταση συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε προφανώς θα αξιολογήσουμε προσεκτικά τα δεδομένα και τις πιθανές επιπτώσεις.»






