Σύμφωνα με το Politico, η αύξηση αυτή αποδίδεται τόσο στη ρωσική επιθετικότητα όσο και στις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τους συμμάχους να ενισχύσουν τη συνεισφορά τους στην κοινή άμυνα. Για πρώτη φορά, και τα 32 μέλη του ΝΑΤΟ πέτυχαν το όριο δαπανών του 2% του ΑΕΠ το 2025, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Συμμαχίας.
Συνολικά, οι αμυντικές δαπάνες ανήλθαν στα 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 6% σε σχέση με το 2024.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, δήλωσε:
«Αυτό δείχνει ότι οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ αναγνωρίζουν το μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφαλείας και την ανάγκη να εκπληρώσουν τις συλλογικές τους υποχρεώσεις. Αναμένω ότι η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα τον Ιούλιο θα βασιστεί στα επιτεύγματα του 2025. Δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού ούτε χρόνος για χάσιμο.»
Ωστόσο, η έκθεση αναδεικνύει μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των χωρών.
Το 2025, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Αλβανία, το Βέλγιο και ο Καναδάς κατέγραψαν τις χαμηλότερες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, στο όριο του 2%.
Αντίθετα, η Πολωνία ηγήθηκε της συμμαχίας με δαπάνες που έφτασαν το 4,3% του ΑΕΠ, ενώ η Λιθουανία, η Λετονία, η Εσθονία και η Δανία ξεπέρασαν το 3%.
Σε απόλυτους αριθμούς, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και η Σλοβενία κατέγραψαν τις μεγαλύτερες ετήσιες αυξήσεις, ενώ μείωση δαπανών σημειώθηκε στην Ουγγαρία, την Τσεχία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μεταξύ 2024 και 2025, οι δαπάνες της Ευρώπης και του Καναδά αυξήθηκαν κατά 19% φτάνοντας τα 574 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι αμερικανικές μειώθηκαν ελαφρώς στα 838 δισεκατομμύρια. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο των ΗΠΑ στις συνολικές δαπάνες του ΝΑΤΟ μειώθηκε από 64% σε 59%.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η αύξηση κατά 34% στις δαπάνες για εξοπλιστικά προγράμματα σε Ευρώπη και Καναδά.
Σε επιμέρους κατηγορίες, η Ελλάδα δαπάνησε το μεγαλύτερο ποσοστό για προσωπικό, η Αλβανία για υποδομές, το Βέλγιο για επιχειρήσεις και συντήρηση, ενώ το Λουξεμβούργο ηγήθηκε στις δαπάνες για εξοπλισμό και έρευνα.
Τέλος, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν πέρυσι να αυξήσουν τον στόχο των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, υπό την πίεση του Τραμπ.







