Τα πρώτα μηνύματα είναι ήδη ηχηρά. Η Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2026 προβλέπει αύξηση του πληθωρισμού στο 3,1% από 2,9% το 2025, αποδίδοντας την αναθεώρηση στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στην άνοδο του ενεργειακού κόστους. Αντίστοιχα, η προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat ανεβάζει τον πληθωρισμό στην Ελλάδα στο 3,3% τον Μάρτιο, από 3,1% τον Φεβρουάριο, ενώ στην ευρωζώνη αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,5% από 1,9%, με την ενέργεια να καταγράφει τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση, της τάξης του 4,9%.
Οι πιέσεις επεκτείνονται και σε άλλους τομείς της οικονομίας. Οι τιμές των οικοδομικών υλικών αυξήθηκαν συνολικά κατά 2,5% τον Φεβρουάριο, με ανατιμήσεις σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες, από αγωγούς και κουφώματα μέχρι τσιμέντο και σκυρόδεμα. Την ίδια ώρα, ο λεγόμενος «εισαγόμενος πληθωρισμός» εμφανίζει μείωση 3,2% σε ετήσια βάση, αλλά αύξηση 1,2% σε σχέση με τον Ιανουάριο, στοιχείο που καταδεικνύει ότι οι πιέσεις παραμένουν ενεργές και μεταβαλλόμενες.
Ιδιαίτερα έντονο παραμένει το πρόβλημα στα τρόφιμα, που συνεχίζουν να επιβαρύνουν σημαντικά τα νοικοκυριά. Τον Φεβρουάριο ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,7%, με τις τιμές των ειδών διατροφής να αυξάνονται κατά 5,2%. Σημαντικές ανατιμήσεις καταγράφηκαν σε βασικά προϊόντα όπως το μοσχάρι, οι σοκολάτες, ο καφές και τα φρούτα, ενώ στον αντίποδα μειώσεις σημειώθηκαν κυρίως στο ελαιόλαδο και σε άλλα βρώσιμα έλαια. Παράλληλα, ανοδικά κινήθηκαν οι τιμές σε ενοίκια, ένδυση, μεταφορές και υπηρεσίες, εντείνοντας τις πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα.
Όπως επισημαίνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, παρά το γεγονός ότι οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας παραμένουν συνολικά θετικές, η έξαρση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας αναμένεται να περιορίσει τη δυναμική της ανάπτυξης το 2026, κυρίως μέσω της αύξησης των τιμών ενέργειας, που επηρεάζουν τόσο τον πληθωρισμό όσο και την κατανάλωση. Σύμφωνα με την Έκθεση, η πορεία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού ανακόπτεται, καθώς οι εξωγενείς πιέσεις κόστους επανέρχονται, ενώ ο γενικός δείκτης αναμένεται να παραμείνει σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα της ευρωζώνης.
Το νέο περιβάλλον εντείνει την αβεβαιότητα και για τη νομισματική πολιτική. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές αναθεωρούν τις προσδοκίες τους και πλέον αποτιμούν αυξημένη πιθανότητα ανόδου των επιτοκίων εντός του 2026, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις αποδειχθούν πιο επίμονες. Η κατεύθυνση της πολιτικής της ΕΚΤ δεν θεωρείται πλέον δεδομένη, καθώς η άνοδος των τιμών ενέργειας επιβαρύνει ταυτόχρονα την οικονομική δραστηριότητα.
Η δημοσιονομική εικόνα και οι κίνδυνοι
Παρά τις πιέσεις, η δημοσιονομική εικόνα της χώρας παραμένει σταθερή, με το πρωτογενές πλεόνασμα να εκτιμάται στο 3,2% του ΑΕΠ και το συνολικό αποτέλεσμα να διατηρείται οριακά πλεονασματικό. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση σχεδιάζει στοχευμένες παρεμβάσεις, δίνοντας έμφαση στη μείωση των φορολογικών βαρών, στη στήριξη των μεσαίων εισοδημάτων και των νέων, καθώς και στην ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων.
Ωστόσο, οι κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι. Η άνοδος των τιμών ενέργειας, πρώτων υλών και μεταφορών μετακυλίεται σταδιακά σε όλο το φάσμα της οικονομίας, ενώ ενδέχεται να ενισχυθεί και από μισθολογικές πιέσεις. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τον κίνδυνο διατήρησης του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, με αρνητικές συνέπειες για την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, την κατανάλωση και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποκλείεται η εμφάνιση στασιμοπληθωριστικών πιέσεων, εφόσον η κρίση στη Μέση Ανατολή παραταθεί ή κλιμακωθεί. Η επιβράδυνση της ανάπτυξης, σε συνδυασμό με την επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον.
Ήδη, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει την αναθεώρηση των μακροοικονομικών προβλέψεων για το 2026, με τον ρυθμό ανάπτυξης να εκτιμάται πλέον κοντά στο 2% από 2,4% που προέβλεπε ο προϋπολογισμός, και τον πληθωρισμό να κινείται προς το 3% αντί για 2,2%. Οι τελικές εκτιμήσεις αναμένεται να αποτυπωθούν στην έκθεση που θα κατατεθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα τέλη Απριλίου.







