Λειτουργικά κόστη αλλά και μειωμένη αγοραστική δύναμη λόγω πληθωρισμού και μη αναλογικής αναπλήρωσης των «ροκανισμένων» εισοδημάτων επενεργούν αρνητικά στον κλάδο.
Χαρακτηριστικά, με βάση έρευνα της ΕΣΕΕ για την εορταστική αγορά, τα αυξημένα λειτουργικά κόστη εξακολουθούν να αποτελούν βασικό παράγοντα πίεσης για τις επιχειρήσεις, περιορίζοντας την κερδοφορία και τη δυνατότητα απορρόφησης του κόστους. Μεταξύ των παραγόντων που επιβαρύνουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων περιλαμβάνονται το ενεργειακό κόστος, τα ενοίκια και το κόστος προμηθειών, στοιχεία που λειτουργούν ανασταλτικά τόσο για τις επενδύσεις, όσο και για την ενίσχυση των πωλήσεων.
Όπως αναφέρεται, δε, από την ΕΣΕΕ, οι πρόσφατες εξελίξεις καθιστούν τις επιχειρήσεις μάλλον συγκρατημένες αναφορικά με τις προβλέψεις τους για τις πωλήσεις κατά τη διάρκεια των χειμερινών εκπτώσεων του 2026. Οι μισές επιχειρήσεις (47%) αναμένουν τις πωλήσεις τους να κινηθούν σε χαμηλά επίπεδα ενώ 1 στις 3 (35%) σε μέτρια.
Στις κυριότερες προκλήσεις οι επιχειρήσεις ιεραρχούν το Λειτουργικό κόστος, τις Οικονομικές Υποχρεώσεις, τη Μείωση της καταναλωτικής δαπάνης, την Αύξηση κόστους προμηθευτών, τη Διαχείριση των ανατιμήσεων κ.ά. Ενδεικτικό των πιέσεων στην αγορά είναι το γεγονός πως 1 στις 3 εμπορικές επιχειρήσεις δεν έχει καταφέρει να καλύψει πλήρως τις υποχρεώσεις της προς την Εφορία και τα Ασφαλιστικά Ταμεία.
Την ίδια ώρα με βάση τον μηνιαίο Δείκτη Οικονομικού Κλίματος του ΙΟΒΕ, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στο Λιανικό Εμπόριο υποχωρεί έντονα τον Δεκέμβριο και διαμορφώνεται στις 97,2 μονάδες, από 113,5 μονάδες τον Νοέμβριο. Η επιδείνωση αυτή αφορά όλους τους εξεταζόμενους βασικούς κλάδους, με εξαίρεση τον κλάδο Οχημάτων Ανταλλακτικών όπου παρατηρήθηκε μικρή βελτίωση.
Αναλυτικά, οι ήπια θετικές εκτιμήσεις των επιχειρήσεων για τις τρέχουσες πωλήσεις εξασθενούν ελαφρά και διαμορφώνονται στις +16 (από +23) μονάδες ενώ παράλληλα οι θετικές προβλέψεις για την εξέλιξη των πωλήσεων στο επόμενο τρίμηνο υποχωρούν ήπια στις +43 από τις +47 μονάδες.
Οι νέες παραγγελίες ενισχύονται στις +21 μονάδες, με τα αποθέματα να κλιμακώνονται έντονα και να διαμορφώνονται στις +49 (από +8) μονάδες. Από την άλλη πλευρά, οι αισιόδοξες προβλέψεις για την απασχόληση βελτιώνονται οριακά (+15 από +14 μονάδες), ενώ ως προς τις τιμές, το 21% αναμένει άνοδο, ενδεικτικό των πληθωριστικών πιέσεων. Ως προς το βαθμό αβεβαιότητας που επικρατεί στο οικονομικό περιβάλλον αυτός διαμορφώνεται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, καθώς το 65,6% θεωρεί ότι η μελλοντική ανάπτυξη μπορεί να προβλεφθεί δύσκολα ή σχετικά δύσκολα, από 70,2% τον Νοέμβριο.
Στους βασικούς εξεταζόμενους κλάδους οι προσδοκίες είναι κυρίως πτωτικές. Αναλυτικά:
Ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στα Τρόφιμα – Ποτά – Καπνός εξασθένισε έντονα τον Δεκέμβριο και διαμορφώθηκε στις 99,0 (από 112,7) μονάδες, ήπια υψηλότερα σε σχέση με το περυσινό επίπεδο (99,9 μον.). Οι θετικές εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις υποχώρησαν σημαντικά στις +22 (από +41) μονάδες, ενώ αντίθετα οι αισιόδοξες προσδοκίες για τις πωλήσεις της επόμενης περιόδου εξασθένισαν ήπια και διαμορφώθηκαν στις +60 (από +69) μονάδες. Τα αποθέματα κλιμακώνονται έντονα και διαμορφώνονται στις +30 μονάδες, ενώ παράλληλα εξασθενούν αισθητά οι παραγγελίες προς προμηθευτές (+8 από +17 μονάδες το σχετικό ισοζύγιο). Το θετικό ισοζύγιο των προβλέψεων για την απασχόληση διατηρείται στις +20 μονάδες, ενώ οι πληθωριστικές τάσεις των τιμών παραμένουν στα επίπεδα του προηγούμενου μήνα στις +14 μονάδες
Έντονα πτωτικά κινείται ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στα Υφάσματα – Ένδυση – Υπόδηση, και διαμορφώνεται στις 89,5 (από 105,7) μονάδες, σημαντικά χαμηλότερα από το αντίστοιχο επίπεδο πέρυσι (113,5 μον.). Οι έντονα αρνητικές εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις αμβλύνονται (-10 από -43 μονάδες), ενώ αντίθετα οι έντονα θετικές προβλέψεις για το επόμενο διάστημα εξασθενούν παραμένοντας ωστόσο θετικές στις +48 μονάδες, από τις +65 μονάδες το προηγούμενο διάστημα. Τα αποθέματα κλιμακώνονται έντονα και διαμορφώνονται στις +59 (από -7) μονάδες, με τις παραγγελίες προς προμηθευτές να στρέφονται θετικές στις +18 μονάδες (από -7 μονάδες το σχετικό ισοζύγιο). Από την άλλη πλευρά, οι ισοσκελισμένες προβλέψεις της προηγούμενης περιόδου για την απασχόληση βελτιώνονται σημαντικά και διαμορφώνονται στις +43 μονάδες, όταν στις τιμές το σχετικό ισοζύγιο κινείται σε ήπια αποπληθωριστικά επίπεδα.
Οικιακά είδη
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα μεγάλο κλάδο της αγοράς στα είδη σπιτιού η κατάσταση είναι άκρως ανησυχητική. Έτσι, με βάση τον ΙΟΒΕ, οι προσδοκίες στα Είδη Οικιακού Εξοπλισμού εξασθενούν έντονα και ο σχετικός δείκτης διαμορφώνεται τον Δεκέμβριο στις 71,4 (από 99,4) μονάδες, σημαντικά χαμηλότερα σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι (108,7 μον.). Οι θετικές εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις εξασθενούν σημαντικά και στρέφονται αρνητικές στις -23 από τις +17 μονάδες, ενώ αντίθετα οι οριακά θετικές προβλέψεις στις πωλήσεις στο επόμενο διάστημα εξασθένισαν έντονα και διαμορφώνονται στις -17 από +2 μονάδες τον Νοέμβριο. Από την άλλη πλευρά, το ύψος των αποθεμάτων κλιμακώθηκε αισθητά, με τις παραγγελίες προς προμηθευτές να εξασθενούν σημαντικά και να διαμορφώνονται στις -2 (από +24) μονάδες. Παράλληλα, οι προβλέψεις για την απασχόληση υποχωρούν οριακά και διαμορφώνονται στις -20 μονάδες (από -19 μονάδες το σχετικό ισοζύγιο), ενώ στις τιμές ο σχετικός δείκτης συνεχίζει να υποδηλώνει αύξηση (+49 μονάδες).
Έντονα πτωτικά κινούνται οι επιχειρηματικές προσδοκίες στα Πολυκαταστήματα, με το δείκτη να διαμορφώνεται στις 81,4 μονάδες από 128,7 μονάδες τον προηγούμενο μήνα. Οι έντονα θετικές εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις κινούνται κατακόρυφα πτωτικά και στρέφονται αρνητικές στις -6 (από +78) μονάδες, ενώ παράλληλα οι αντίστοιχα θετικές προβλέψεις για τις πωλήσεις της επόμενης περιόδου κινούνται έντονα πτωτικά και διαμορφώνονται στις +40 (από +78) μονάδες. Τα αποθέματα κλιμακώνονται σημαντικά (+48 από +3 το σχετικό ισοζύγιο) ενώ παράλληλα οι έντονα θετικές προβλέψεις για παραγγελίες προς προμηθευτές υποχωρούν στις +40 μονάδες. Σε κανονικά για την εποχή επίπεδα κυμαίνονται οι προβλέψεις για την απασχόληση, ενώ στις τιμές ο σχετικός δείκτης διαμορφώνεται σε ήπια πληθωριστικά επίπεδα, στις +5 μονάδες.
Οι καταναλωτές
Την ίδια ώρα με βάση το ΙΟΒΕ, μικρή εξασθένιση των αρνητικών εκτιμήσεων των καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών τους τελευταίους 12 μήνες. Οι αρνητικές εκτιμήσεις των καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους τους προηγούμενους 12 μήνες περιορίστηκαν ήπια στις -48,1 (από -51,2) μονάδες. Το 65% των νοικοκυριών εκτίμησε ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης, ενώ το 4% θεωρεί πως επήλθε μικρή βελτίωση. Οι αντίστοιχοι δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη διαμορφώθηκαν στις -9,4 και -9,3 μονάδες αντίστοιχα.
Οριακή εξασθένιση των προβλέψεων για άνοδο των τιμών
Με βάση το ΙΟΒΕ, ο θετικός δείκτης για τις προβλέψεις μεταβολών στις τιμές τους προσεχείς 12 μήνες αποκλιμακώθηκε οριακά τον Δεκέμβριο και διαμορφώθηκε στις +29,9 μονάδες, έναντι +30,2 μονάδων τον Νοέμβριο. Το 56% (από 59%) των νοικοκυριών προέβλεψε άνοδο τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό και το 13% (από 17%) αναμένει σταθερότητα. Οι σχετικοί δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη διαμορφώθηκαν στις +26,8 και +26,7 μονάδες αντίστοιχα.
Αύξηση του ποσοστού που «έχει χρεωθεί»
Σχετικά με τις εκτιμήσεις για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού, το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα» διαμορφώθηκε στο 59%, όσο σχεδόν και τον προηγούμενο μήνα, ενώ στο 8% υποχώρησε το ποσοστό όσων αναφέρουν ότι αντλούν από τις αποταμιεύσεις τους.
Επίσης, οι καταναλωτές που δήλωσαν ότι αποταμιεύουν λίγο ή πολύ αποτελούν το 21% του συνόλου, ενώ το ποσοστό όσων δήλωσαν ότι «έχουν χρεωθεί» διαμορφώθηκε στο 12% από 10% τον προηγούμενο μήνα.
Διατήρηση του ποσοστού των νοικοκυριών που είναι αβέβαια για τη μελλοντική οικονομική κατάστασή τους
Στο ερώτημα το οποίο αξιολογεί το βαθμό αβεβαιότητας των νοικοκυριών ως προς τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις, το 58,1% έκρινε τον Δεκέμβριο ότι η οικονομική κατάστασή του μπορεί να προβλεφθεί δύσκολα ή σχετικά δύσκολα, όσο και τον προηγούμενο μήνα.
Η ακρίβεια
Την εικόνα αυτή ενισχύει και η τοποθέτηση του προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννη Χατζηθεοδοσίου σε τηλεοπτική του συνέντευξη, ο οποίος σημείωσε ότι η αγοραστική αξία των καταναλωτών έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια, παρά τις αυξήσεις αποδοχών, εξαιτίας της ακρίβειας, του κόστους της ενέργειας και του ύψους των ενοικίων.
Επιπλέον, με βάση την έρευνα της ΕΣΕΕ, η μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, σε συνδυασμό με το αυξημένο λειτουργικό κόστος και την αβεβαιότητα, ανάγκασε 4 στις 10 επιχειρήσεις (42%) να πραγματοποιήσουν προσφορές/εκπτώσεις κατά τη διάρκεια της εορταστικής περιόδου. Ειδικότερα, το 48% των επιχειρήσεων που προχώρησαν σε εκπτώσεις, μειώνοντας τις τιμές των προϊόντων τους από 11% έως 20%.
Χαρακτηριστικό της κατάστασης στην αγορά είναι ότι για το σύνολο του 2025, οι μισές επιχειρήσεις (49%) εκτιμούν μείωση πωλήσεων συγκριτικά με μόλις το 15% που εκτιμά πως η κίνηση είχε ανοδική πορεία.
Παραμένει ψηλά ο πληθωρισμός
Στο μεταξύ, ο ετήσιος γενικός πληθωρισμός στον ΟΟΣΑ, όπως μετράται με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ), μειώθηκε σε 3,9% τον Νοέμβριο του 2025, από 4,2% τον Σεπτέμβριο του 2025, τον πλησιέστερο μήνα με πλήρη στοιχεία ΔΤΚ για όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Βέβαια, εξακολουθεί να παραμένει ψηλά.
Κατά την ίδια περίοδο, ο πληθωρισμός τροφίμων και ο δομικός πληθωρισμός (πληθωρισμός μείον τρόφιμα και ενέργεια) στον ΟΟΣΑ μειώθηκαν κατά 1,0 και 0,2 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) αντίστοιχα, φτάνοντας και οι δύο στο 4,0%.
Αντίθετα, ο πληθωρισμός ενέργειας αυξήθηκε σε 3,5% από 3,1% τον Σεπτέμβριο. Από τον Σεπτέμβριο έως τον Νοέμβριο, ο ετήσιος γενικός πληθωρισμός μειώθηκε επίσης στην G7 (-0,3 π.μ.) και στην G20 (-0,2 π.μ.). Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο γενικός πληθωρισμός μειώθηκε κατά 0,3 π.μ. κατά την περίοδο αυτή, λόγω του χαμηλότερου δομικού πληθωρισμού και του πληθωρισμού τροφίμων παρά την αύξηση του πληθωρισμού ενέργειας. Μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2025, ο ετήσιος γενικός πληθωρισμός ήταν σταθερός ή γενικά σταθερός σε 17 από τις 37 χώρες του ΟΟΣΑ με διαθέσιμα στοιχεία για τον Οκτώβριο. Μειώθηκε σε 13 χώρες και αυξήθηκε μόνο σε 7.






