Κύριος μοχλός ανάπτυξης αναμένεται να είναι η κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις και οι εξαγωγές θα συνεχίσουν να συμβάλλουν θετικά. Πιο συγκεκριμένα, η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,0% κατά την περίοδο πρόβλεψης. Η ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση στηρίζεται στην ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, καθώς η απασχόληση αναμένεται να συνεχίσει να ανακάμπτει, οι μισθοί να αυξάνονται και ο πληθωρισμός να υποχωρεί σταδιακά.
Οι συνολικές επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν με υψηλό ρυθμό κατά τα έτη 2025–2026, με μέσο όρο 7,5%. Οι δημόσιες επενδύσεις θα παρουσιάσουν έντονα αρνητικό ρυθμό μεταβολής το 2027, ενώ οι επενδύσεις σε κατοικίες θα συνεχίσουν να σημειώνουν ικανοποιητικό ρυθμό. Ωστόσο, οι επενδύσεις σε κατοικίες ως ποσοστό του ΑΕΠ θα παραμείνουν σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με την προ κρίσης περίοδο.
Οι συνολικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό 3,2% την περίοδο 2025–2027, σε συνάρτηση με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών εξαγωγών και την αναμενόμενη ενίσχυση της εξωτερικής ζήτησης. Ωστόσο, η συμβολή του εξωτερικού τομέα στο ΑΕΠ θα είναι ελαφρώς αρνητική κατά την περίοδο πρόβλεψης, λόγω της έντονης επενδυτικής δραστηριότητας που θα προκαλέσει υψηλούς ρυθμούς αύξησης των εισαγωγών, αλλά και γενικότερα λόγω της υψηλής εισαγωγικής εξάρτησης της εγχώριας ζήτησης.
Το ποσοστό ανεργίας εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 9,4% το 2025 και αναμένεται να μειωθεί γρήγορα, φτάνοντας στο 8,2% το 2027, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας τα επόμενα έτη. Όσον αφορά το κόστος εργασίας, εκτιμάται ότι τα επόμενα χρόνια οι ονομαστικοί μισθοί ανά εργαζόμενο θα αυξάνονται με υψηλούς ρυθμούς, γύρω στο 5% ετησίως, κυρίως λόγω της στενότητας στην αγορά εργασίας αλλά και σύμφωνα με τις τελευταίες συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ αναμένεται να συνεχίσει την αποκλιμάκωσή του κατά την περίοδο πρόβλεψης. Το 2025, αναμένεται να παραμείνει σχετικά υψηλός στο 2,5%, αντανακλώντας την επιμονή του πληθωρισμού στις υπηρεσίες, κυρίως λόγω της αναμενόμενης αύξησης μισθών και ενοικίων, της πίεσης από την υψηλή τουριστική ζήτηση και της αύξησης των έμμεσων φόρων. Λαμβάνοντας υπόψη τα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύθηκαν μετά την ολοκλήρωση της άσκησης του Ιουνίου, ο προβλεπόμενος πληθωρισμός για το 2025 ενδέχεται να αναθεωρηθεί προς τα πάνω.
Το 2026, ο πληθωρισμός αναμένεται να μειωθεί στο 2,1%, ενώ το 2027 αναμένεται προσωρινή επιτάχυνση στο 2,4%, λόγω της ενσωμάτωσης της επίδρασης του μηχανισμού εμπορίας ρύπων στο ενεργειακό σκέλος του ΕνΔΤΚ.
Ο δομικός πληθωρισμός (ΕνΔΤΚ χωρίς τρόφιμα και ενέργεια) βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, παρουσιάζοντας σημαντική απόκλιση από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, γεγονός που αντανακλά εν μέρει το μεγάλο θετικό παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας. Αναμένεται να μειωθεί στο 2,2% έως το 2027, κυρίως λόγω της αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών.
Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν την πρόβλεψη για την ανάπτυξη είναι κυρίως καθοδικοί. Αναλυτικότερα, οι μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας περιλαμβάνουν:
(a) περαιτέρω αύξηση του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο και απότομη επιβράδυνση της οικονομίας της ευρωζώνης,
(b) εντονότερες αρνητικές επιπτώσεις στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον λόγω αυξημένης και πιο επίμονης αβεβαιότητας,
(c) αυξημένη στενότητα στην αγορά εργασίας και ισχυρότερες πιέσεις στους μισθούς,
(d) φυσικές καταστροφές που συνδέονται με τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης,
(e) χαμηλότερο του αναμενόμενου ρυθμό απορρόφησης και αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, και
(f) καθυστερήσεις στην εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, με αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας.








