Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Politico, η αποτυχία πρόκρισης της εθνικής Ιταλίας για τρίτη σερί φορά σε Μουντιάλ έχει προκαλέσει έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις στη χώρα που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο, οι οποίες πλέον έχουν μετατραπεί σε σκληρή διαμάχη για το ποιος ελέγχει το άθλημα.
Ειδικότερα, το ακροδεξιό κόμμα της Μελόνι, «Αδέλφια της Ιταλίας», προχώρησε στην πρόταση περιορισμού των εξουσιών της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας - της Federazione Italiana Giuoco Calcio (FIGC) - μετά την παραίτηση του προέδρου της, του 72χρονου Γκαμπριέλε Γκραβίνα, τον Απρίλιο, μετά από ισχυρές πιέσεις, έπειτα από την ήττα «σοκ» στον αγώνα μπαράζ για την πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
Με νέες εκλογές για την ηγεσία της FIGC προγραμματισμένες για τις 22 Ιουνίου, οι σύμμαχοι της Μελόνι πιέζουν για ακύρωση της διαδικασίας και υπαγωγή της ομοσπονδίας σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης. Πρόκειται ουσιαστικά για μια διαδικασία έκτακτης ανάγκης που έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για την αντιμετώπιση σοβαρών σκανδάλων διαφθοράς στον αθλητισμό.
Σε μια χώρα όπου το ποδόσφαιρο έχει τεράστια πολιτισμική και κοινωνική σημασία, η αποτυχία της Ιταλίας στο Μουντιάλ έχει μετατραπεί σε πεδίο αντιπαράθεσης για τη διακυβέρνηση, τις μεταρρυθμίσεις, τις επενδύσεις και τη διάθεση της κυβέρνησης Μελόνι να επεκτείνει την πολιτική της επιρροή σε ανεξάρτητους θεσμούς.
Οι αντιδράσεις
Παράγοντες του ποδοσφαίρου καταδίκασαν την κυβερνητική παρέμβαση, κάνοντας λόγο για προσπάθεια ελέγχου της διαδικασίας με στόχο να αποκλειστεί το φαβορί, ο Τζοβάνι Μαλαγκό, πρώην πρόεδρος της Ιταλικής Ολυμπιακής Επιτροπής (CONI), ο οποίος δεν χαίρει της υποστήριξης του κόμματος της Μελόνι.
«Η ιδέα να τεθεί η FIGC υπό διοίκηση, για μένα, παραπέμπει σε κατάληψη [από την κυβέρνηση]· δεν προσφέρει καμία προοπτική για το μέλλον», δήλωσε ο Γκραβίνα στο POLITICO.
Στο ίδιο φόντο, τα κόμματα της αντιπολίτευσης κατηγορούν τη Μελόνι για συγκεντρωτισμό, καταστολή της διαφωνίας και τοποθέτηση πιστών συνεργατών σε θέσεις-«κλειδιά», ένα μοτίβο που, όπως υποστηρίζουν, παρατηρείται επίσης στη δημόσια τηλεόραση της Ιταλίας, στις χρηματοπιστωτικές εποπτικές αρχές και στο δικαστικό σύστημα.
Η κυβέρνηση, ωστόσο, απορρίπτει από την πλευρά της ότι επιδιώκει επέκταση της επιρροής της στη Ιταλική Ομοσπονδία. «Πρόκειται για έναν αξιοθρήνητο και αβάσιμο ισχυρισμό. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει προσπάθεια πολιτικής παρέμβασης σε αυτόν τον τομέα», δήλωσε ο Ιταλός Υπουργός Αθλητισμού, Αντρέα Αμπόντι.
Η «πτώση του ιταλικού ποδοσφαίρου»
Για την ιστορία, από τότε που κατέκτησε το Μουντιάλ το 2006, η Ιταλία έχει σταδιακά υποχωρήσει από ποδοσφαιρική υπερδύναμη σε ομάδα δεύτερης ταχύτητας, αντανακλώντας -όπως σημειώνει χαρακτηριστικά το Politico- και τη γενικότερη οικονομική στασιμότητα της χώρας.
«Φωτεινή» εξαίρεση αποτέλεσε η κατάκτηση του Euro απέναντι στην Αγγλία το 2020.
Όπως και το ευρύτερο θεσμικό της σύστημα, η ηγεσία του ιταλικού ποδοσφαίρου είναι γερασμένη, ενώ οι προσπάθειες μεταρρύθμισης έχουν υπονομευθεί από συμφέροντα και αντιστάσεις τόσο από τις μεγάλες, όσο και από τις μικρότερες κατηγορίες.
«Είναι ένας πολύ κλειστός κόσμος που σπάνια παρουσιάζει καινοτόμες ιδέες», δήλωσε πρώην Ιταλός ποδοσφαιρικός παράγοντας που μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας. Σε μια αναλογία με τις δυσλειτουργίες της ΕΕ, τα θεσμικά όργανα της FIGC - που εκπροσωπούν ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, παίκτες, προπονητές και διαιτητές - διαθέτουν δικαίωμα βέτο που μπορεί να μπλοκάρει μεταρρυθμίσεις.
«Δεν μπορείς να ξεκινήσεις καμία διαδικασία μεταρρύθμισης», ανέφερε ο Γκραβίνα. Πρόσθεσε ότι προτάσεις όπως η μείωση των ανόδων και υποβιβασμών ή η μείωση των ομάδων της Serie A από 20 σε 18 - μέτρο που θα βελτίωνε τη σταθερότητα και την ποιότητα του πρωταθλήματος - απορρίφθηκαν 17 φορές από τις μικρότερες κατηγορίες.
Μετά τον αποκλεισμό από τη Βοσνία, οποιαδήποτε ευρύτερη συζήτηση για τις δομικές αιτίες της παρακμής - όπως τα παλιά στάδια και η περιορισμένη αξιοποίηση νέων Ιταλών παικτών στη Serie A - επισκιάστηκε από τη μάχη για την ηγεσία της ομοσπονδίας.
Τελευταία προσπάθεια
Με λιγότερο από μία εβδομάδα πριν τις εκλογές, το σχέδιο της κυβέρνησης να θέσει τη FIGC υπό ειδική διαχείριση χάνει έδαφος.
Τυπικά, η αρμοδιότητα ανήκει στην CONI και όχι στην κυβέρνηση. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις για μια τέτοια παρέμβαση - όπως σοβαρά παραπτώματα ή αδυναμία ομαλής λειτουργίας - δεν πληρούνται. Ο Αμπόντι ενθάρρυνε τη FIGC να ζητήσει οικειοθελώς ειδική διαχείριση λόγω «αδυναμίας μεταρρύθμισης», κάτι που θεωρείται απίθανο.
Η κυβέρνηση της Μελόνι έχει αναθέσει σε ανεξάρτητη αρχή κατά της διαφθοράς και στην Ολυμπιακή Επιτροπή να εξετάσουν το ζήτημα πριν τις εκλογές της 22ας Ιουνίου, αλλά πρώην παράγοντες εκτιμούν ότι η προσφυγή δύσκολα θα ευδοκιμήσει.
Όπως επισημαίνεται, σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές σχέσεις συχνά υπερισχύουν των προσόντων, η τεταμένη σχέση του Μαλαγκό με την κυβέρνηση Μελόνι ενδέχεται να αποδειχθεί σοβαρό μειονέκτημα.
«Όποιος κι αν κερδίσει, ελπίζω οι σχέσεις με την πολιτική να μην αποτελέσουν εμπόδιο, όπως ήταν για μένα», κατέληξε ο Γκραβίνα.






