Σε κοινή τους δήλωση, η Ένωση Ευρωπαϊκών Εφοπλιστικών Ενώσεων (ECSA) και η Airlines for Europe (A4E) καλούν τις Βρυξέλλες να αξιοποιήσουν τα έσοδα που προέρχονται από το ETS για τη χρηματοδότηση βιώσιμων καυσίμων και καθαρών τεχνολογιών, υποστηρίζοντας ότι η επιτυχία της πράσινης μετάβασης εξαρτάται από την επάρκεια και τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών καυσίμων στην αγορά.
Οι δύο κλάδοι συνεισφέρουν ήδη περισσότερα από 11 δισ. ευρώ ετησίως στα έσοδα του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας ρύπων. Σύμφωνα με την κοινή παρέμβαση, τα κεφάλαια αυτά θα πρέπει να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα στη μείωση του επενδυτικού κινδύνου για την παραγωγή και διάθεση βιώσιμων καυσίμων, τα οποία παραμένουν σημαντικά ακριβότερα από τα συμβατικά.
Όπως επισημαίνεται, τα εναλλακτικά καύσιμα για τη ναυτιλία κοστίζουν κατά μέσο όρο τέσσερις φορές περισσότερο από τα συμβατικά καύσιμα, ενώ στην αεροπορία το κόστος τους είναι τρεις έως έξι φορές υψηλότερο.
Οι οργανώσεις ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποχρεώσει τα κράτη-μέλη να δεσμεύουν μέρος των εσόδων τους από το ETS για την προώθηση της παραγωγής και χρήσης βιώσιμων καυσίμων σε ναυτιλία και αερομεταφορές, ενώ παράλληλα προτείνουν τη συμπλήρωση των υφιστάμενων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών μηχανισμών με εθνικούς πόρους που προέρχονται από τα έσοδα των δημοπρασιών δικαιωμάτων εκπομπών.
Ο Γενικός Γραμματέας της ECSA, Σωτήρης Ράπτης, υπογράμμισε ότι οι Ευρωπαίοι πλοιοκτήτες πρωτοστατούν παγκοσμίως στις επενδύσεις σε πλοία που μπορούν να χρησιμοποιούν βιώσιμα καύσιμα, καθώς το 44% του παγκόσμιου βιβλίου παραγγελιών αφορά τέτοια πλοία. Ωστόσο, όπως σημείωσε, η διαθεσιμότητα καυσίμων στην Ευρώπη δεν ακολουθεί τον ίδιο ρυθμό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η Ασία συγκεντρώνει το 74% των έργων παραγωγής βιώσιμων καυσίμων παγκοσμίως, ενώ η Ευρώπη μόλις το 10%. Παράλληλα, λιγότερο από το 5% της ευρωπαϊκής παραγωγής βιώσιμων καυσίμων προορίζεται σήμερα για τη ναυτιλία.
Ο κ. Ράπτης επισήμανε ότι η ναυτιλία συνεισφέρει περίπου 9 δισ. ευρώ στο ETS και υποστήριξε ότι τα κεφάλαια αυτά θα πρέπει να αξιοποιηθούν τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο για τη μείωση της διαφοράς κόστους μεταξύ συμβατικών και βιώσιμων καυσίμων, καθώς και για τη χρηματοδότηση έργων καθαρής τεχνολογίας. Όπως ανέφερε, η ενίσχυση της διαθεσιμότητας εναλλακτικών καυσίμων αποτελεί βασική προϋπόθεση τόσο για την ενεργειακή μετάβαση του ναυτιλιακού κλάδου όσο και για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Από την πλευρά της αεροπορίας, η γενική διευθύντρια της Airlines for Europe, Ουρανία Γεωργουτσάκου, σημείωσε ότι οι ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες κατέβαλαν 2,3 δισ. ευρώ στο ETS μόνο το 2024, ενώ το ποσό αυτό αναμένεται να ξεπεράσει τα 5 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030. Όπως ανέφερε, τα έσοδα αυτά δεν επιστρέφουν σήμερα στον κλάδο μέσω επενδύσεων σε καύσιμα και τεχνολογίες που απαιτούνται για την απανθρακοποίηση των αερομεταφορών.
Η ίδια υπογράμμισε ότι οι διαθέσιμες ποσοστώσεις για βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα (SAF) δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών που θα δημιουργηθούν έως το τέλος της δεκαετίας, προσθέτοντας ότι η απουσία σαφούς εικόνας για τη διαθεσιμότητα καυσίμων μετά το 2030 δυσχεραίνει τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων.
Σύμφωνα με την κοινή θέση των δύο κλάδων, η αξιοποίηση των εσόδων του ETS για την αύξηση της παραγωγής και της διάθεσης βιώσιμων καυσίμων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα τόσο για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων όσο και για τη διατήρηση της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης.






