Στην ανακοίνωσή της, η ΓΣΕΕ υπογραμμίζει ότι το υπουργείο Εργασίας, με την υποβολή του νομοσχεδίου προς διαβούλευση, απέδειξε ότι έλαβε ελάχιστα υπόψη τις θέσεις των εργαζομένων και των κοινωνικών εταίρων. Αντιθέτως, προώθησε μέτρα που, κατά τη συνομοσπονδία, εξυπηρετούν κυρίως τους εργοδότες και αποτελούν σοβαρό πλήγμα στα εργασιακά δικαιώματα.
Ειδικότερα, σημειώνει ότι η επιλογή της «διευθέτησης του χρόνου εργασίας» σε έναν εργοδότη – όπως προβλέπεται στο νομοσχέδιο – και η ανάδειξη της «βούλησης του εργαζόμενου» ως κριτήριο για την υπερωριακή απασχόληση, αποσιωπάνε την πραγματική ανισότιμη σχέση που υφίσταται σε πολλές εργασιακές σχέσεις. Η ΓΣΕΕ υπενθυμίζει ότι η χώρα είχε καταδικαστεί το 2014 από το Συμβούλιο της Ευρώπης ύστερα από καταγγελία της ίδιας της Συνομοσπονδίας, για ανάλογες ρυθμίσεις σχετικά με τον χρόνο εργασίας.
Το νομοσχέδιο, σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, δεν περιορίζει το πρόβλημα στις δύσκολες συνθήκες εργασίας που βιώνουν χιλιάδες εργαζόμενοι. Παράλληλα, αδειάζει τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθώς η προτεινόμενη ρύθμιση αποσυνδέει τον χρόνο εργασίας από τη θεσμοθέτηση μέσα από συλλογικό επίπεδο – μια καθιερωμένη βάση για τα ευρωπαϊκά ΣΣΕ.
Σε μια συγκυρία όπου οι συνθήκες εργασίας και αμοιβής οδηγούν σε μαζική μετανάστευση, ένα τέτοιο νομοθέτημα – όπως η ΓΣΕΕ υποστηρίζει – επιδεινώνει την εργασιακή επισφάλεια. Για αυτό, ζητείται όχι μόνο η απόσυρση αυτών των άρθρων, αλλά και η επανένταξη μιας ουσιαστικής, διαφανούς κοινωνικής διαβούλευσης ώστε να τεκμηριωθούν οι διαφοροποιήσεις και διαφωνίες που δείχνουν ότι η υπερελαστικοποίηση του ωραρίου πλήττει κυρίως τους πιο ευάλωτους εργαζόμενους.







